e.e. cummings: Advice to a young poet

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Ταξιδεύοντας με το Λύκο της Μαρίας Σαββάκη

   
     
 Αναδημοσίευση από Diastixo.gr (http://diastixo.gr/kritikes/poihsh/3393-taxidia-me-ton-liko-mou)
  
     «Μου αρέσει να είναι αληθοφανείς οι ιστορίες μου, που σημαίνει πως πρέπει να έχουν λύκους. Λύκους με τη μια ή με την άλλη μορφή», σχολιάζει ο ήρωας της Μάργκαρετ Άτγουντ στον Τυφλό δολοφόνο (Ωκεανίδα 2001, μτφρ. Πόλυ Μοσχοπούλου). Και συνεχίζει επιμένοντας: «Όλες οι ιστορίες για λύκους μιλάνε. Όλες οι ιστορίες της προκοπής... Σκέψου λιγάκι. Σώθηκε, λέει, από τους λύκους, πάλεψε με τους λύκους, έπιασε λύκους, εξημέρωσε λύκους. Τον πέταξαν στους λύκους ή πέταξε αυτός άλλους στους λύκους, ώστε οι λύκοι να φάνε τους άλλους αντί γι' αυτόν. Έζησε με αγέλη λύκων. Μεταμορφώθηκε σε λύκο. Και το καλύτερο απ' όλα, έγινε ο επικεφαλής λύκος. Δεν υπάρχουν άλλες ιστορίες της προκοπής».
    
     Η ρήση της Άτγουντ φαίνεται να ταιριάζει σαν γάντι στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι της ιατρού ψυχογλωσσολόγου Μαρίας Σαββάκη. Το συγγραφικό της ενδοσκόπιο, συνεπικουρούμενο από την επιστημονική της κατάρτιση αλλά και την πλατιά της παιδεία ακόμη και σε φιλολογικής φύσεως θεματικές (κατά την παραμονή της στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ παρακολούθησε μέχρι και τις περίφημες διαλέξεις/αναλύσεις του Gregory Nagy πάνω στα ομηρικά έπη), εντοπίζει, ανασύρει και αναδεικνύει με λογοτεχνική δεινότητα το ενστικτώδες πλάσμα που φωλιάζει στον άνθρωπο και για το οποίο παραδόσεις και πολιτισμοί –από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα– γραπτός λόγος και προφορικός έχουν ξοδέψει τόνους μελανιού για να περιγράψουν και αμέτρητες ώρες για να διαλαλήσουν. Η Μαρία Σαββάκη το εντοπίζει, λύκο το ονομάζει και μέσα από σαράντα δύο σύντομα πεζά ποιήματα συνταξιδεύει μαζί του στο παρόν, στο παρελθόν και στο αβέβαιο μέλλον με κατεύθυνση έναν τόπο άλλοτε ιδιωτικό κι άλλοτε πανανθρώπινο, μια ζωή σπαρμένη με ανησυχίες, φόβους, ανέφικτες αναζητήσεις και υποσχέσεις. «Λύκο μου», του υπόσχεται καθώς μαζί του συνταξιδεύει.

                                            Θα σου χαρίσω εφτά γιους
                                            έναν για κάθε μέρα.
                                            Ο λύκος της Κυριακής θα φυλάει τα έρημα,
                                            τα μπαμπάκια απ' τα χωράφια στις άκρες του δρόμου,
                                            τα δέντρα στις υπώρειες του Θεού, τα κοπάδια
                                            των πουλιών που ψάχνουν χαμηλά για σπόρους
                                            κι όλους όσους πεινάν και το ξέρουν.
                                            Ο λύκος της Δευτέρας θα είναι για τα βουνά,
                                            της Τρίτης των θαλασσών, της Τετάρτης για τη
                                            φύλαξη της τάξης των πραγμάτων, της Πέμπτης
                                            για ό,τι φαίνεται από μακριά, της Παρασκευής
                                            για ό,τι πλησιάζει και το εύχεσαι και του Σαββάτου
                                            για ό,τι ξεκουράζεται και περιμένει.
                                            Εσύ δεν θα έχεις να κάνεις τίποτα.
                                            Το πολύ να μέμφεσαι ή να δοξάζεις το Θεό
`                                           που σ' έκανε μαύρο, άσπρο, καλό, κακό και άγριο.
    
     Ιδού το αποτέλεσμα της ποθητής σύζευξης του άγριου με το ήμερο, του απολίτιστου με το πολιτισμένο: ένας κόσμος ιδεατός, μολονότι ανέφικτος, όπου η αποκατάσταση της δικαιοσύνης απέναντι στην ταλαιπωρημένη φύση θριαμβεύει και υπερτερεί. Τι κι αν ο λύκος είναι μαύρος, άσπρος, καλός, κακός ή άγριος; Σημασία έχει η ενστικτώδης φύση του, η αρχετυπική υπόστασή του, η ικανότητά του να προσαρμόζεται σε δύσκολες συνθήκες. Σ' αυτήν ακριβώς επικεντρώνεται η ποιήτρια και αυτήν εναγκαλίζεται ως προσωπείο.

     Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, από την Ανατολή ως τη Δύση κι από τον Βορρά μέχρι τον Νότο, όλων των ειδών οι λύκοι στοιχειώνουν τους μύθους και τη λογοτεχνία. Αμέτρητοι λύκοι, λύκαινες, λυκάνθρωποι, λύκοι κακοί, λύκοι καλοί, λύκοι στοργικοί, λύκοι μοναχικοί. Αν έπρεπε έστω μερικούς να προσεγγίσουμε, θα χρειαζόμασταν πολλές σελίδες. Έτσι, θα περιοριστούμε στον λύκο που συνυπάρχει μέσα μας όπως αναφέρεται στο περίφημο βιβλίο της Clarissa Pinkola Estés Women Who Run With the Wolves: Myths and Stories of the Wild Woman Archetype (απ' ό,τι γνωρίζω, δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά). Στο εκτενές αυτό πόνημα, η συγγραφέας του υποστηρίζει ότι γυναίκες και λύκοι έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Οξεία διαίσθηση και μια φοβερή ικανότητα αφοσίωσης. Τόσο οι λύκοι όσο και οι γυναίκες είναι από τη φύση τους ερευνητικά και «σχεσιακά» πλάσματα, πλάσματα απίστευτης δύναμης και αντοχής. Νοιάζονται για τα μικρά τους, το ταίρι τους, την οικογένειά τους, την αγέλη τους. Είναι δεινός πολεμιστής ο λύκος, παρά ταύτα τρυφερός σύντροφος, συνομιλητής, προστάτης και προστατευόμενος. Έναν τέτοιο λύκο επιλέγει ως συνταξιδιώτη η Μαρία Σαββάκη και σ' αυτόν απευθύνεται, τρυφερά και προστατευτικά, μέσα από μικρούς, ωστόσο μεστούς και ανυπόκριτους μονολόγους, λέξεις κοπιαστικά διαλεγμένες και ειλικρινείς, χρωματισμένες στις αποχρώσεις της μελαγχολίας και καλυμμένες με ένα πέπλο λεπτής ειρωνείας, που μόνο η ποίηση μπορεί να εκφράσει.

                                                Λύκο μου, σε βλέπω μελαγχολικό,
                                                δε δίνεις καμία σημασία σ' αυτή τη δύση
                                                τη βαθιά και την κόκκινη.
                                                Μη θλίβεσαι, ήτανε μάλλον κουτό
                                                να θεωρήσεις ένα απλό θήραμα
                                                απρόσιτο είδωλο, και τώρα αναγκάζεσαι να
                                                μου κρύβεις τα ψέματά σου με φράσεις
                                                σύντομες και ασυνάρτητες.
                                                Λέω να μου μιλήσεις για τη θλίψη σου
                                                όπως θα κατεβαίνουμε προς την όχθη,
                                                 να μου τα πεις όλα για να καταλάβω.
                                                 Ο ήλιος θα πέσει, θα φαίνεσαι
                                                 πάλι μαύρος σατινένιος και θα πεισθείς
                                                 και συ πως η χαρά δεν είναι δεδομένο
                                                της ζωής, αλλά επιτυχία του είδους.

     Πόσο μοιάζει με τον άνθρωπο αυτός εδώ ο λύκος! Μελαγχολεί, απογοητεύεται, συναισθάνεται, υπεκφεύγει, ωσάν να έχει μέσα του εμποτισθεί η εξημερωμένη φύση της συνταξιδεύτριάς του. Ή μήπως έτσι αχώριστοι όπως οι δυο συνταξιδεύουν, έρχεται η ώρα που και το αντίθετο επιτελείται;

                                                Λύκο μου, σήμερα θα κοιμηθώ και στις
                                               τέσσερις μασχάλες σου. Στη μία θα βάλω
                                               τη μύτη μου, στην άλλη τα μάτια μου, στην
                                               τρίτη τον αυχένα, στην άλλη τις παλάμες μου.
                                               Απ' το παράθυρο θα φεύγουν τα τοπία,
                                               εσύ θα τ' αφουγκράζεσαι και θα τα περιγράφεις.
                                               Εγώ θα τα μυρίζω. Άλλο γεμάτο, άλλο πράσινο,
                                               άλλο επικλινές, άλλο μακάριο, όταν τ' ακούσω
                                               όλα, θα τεντωθώ, θα σ' αγκαλιάσω, θα μπω
                                               μέσα στο δέρμα σου, θα ακουμπήσω στο
                                               τρίχωμά σου, θα τα αφήσω να φυσάν περνώντας
                                               απ' το στέρνο μου, να διαγράφονται στις άκρες
                                               των οστών και να τολμούν τα άχραντα και τα βαθιά κρυμμένα.

     Η πεμπτουσία του ποιητικού εγχειρήματος της Μαρίας Σαββάκη συνοψίζεται στις τελευταίες οκτώ λέξεις. Εκεί που η εξημερωμένη φύση, έχοντας τελετουργικά διεισδύσει στην ενστικτώδη, οικειοποιείται τις αισθήσεις της, ενδύεται το τοτεμικό προσωπείο της και καταφέρνει έστω και για μια στιγμή να σπάσει τα δεσμά της και να λυτρωθεί.

     Εντέλει, αν κάτι πάει στραβά στη μοίρα του σύγχρονου ανθρώπου είναι γιατί έχει χάσει την ενστικτώδη φύση του, ίδια με του μοναχικού λύκου που, ουρλιάζοντας με το ρύγχος υψωμένο, αναζητά ταίρι κι έναν καινούργιο τόπο εγκατάστασης. Του λύκου οικογενειάρχη, του λύκου κυνηγού, του δυνατού αρχηγού της αγέλης, του λύκου που οσμίζεται τα πάντα και δεν αφήνει ευκαιρία να πάει χαμένη. Της άγριας φύσης της κλεισμένης στο συλλογικό ασυνείδητο σαν τον φυλακισμένο στο σκοτεινό κελί της φυλακής. Του ανθρώπου-λύκου που επικοινωνεί, γράφει, διαβάζει, μιλάει, συνδιαλέγεται, εκδηλώνοντας έτσι την αρχετυπική του αναζήτηση που δεν είναι άλλη από το να ζήσει, να δημιουργήσει, να προστατεύσει, να καθοδηγήσει, να ερωτευτεί, να δώσει νέα ζωή, να πενθήσει, να γελάσει δυνατά κι ασταμάτητα γιορτάζοντας τη νίκη του χωρίς ντροπή, να ζήσει χωρίς όρια, να μεταφέρει τη σοφία του, να εμπιστευτεί τα ένστικτα και τη διαίσθησή του.   Σκόρπιες σκέψεις που γεννήθηκαν ταξιδεύοντας με τη Μαρία Σαββάκη και τον λύκο της. Ένα ταξίδι ζωογόνο και χορταστικό, ταξίδι ψυχής που άξιζε τον κόπο.

Γ.Γ.

Αχ αυτοί οι γονείς...



Αναδημoσίευση από το Fractal.gr (http://fractalart.gr/ach-afti-i-gonis)

     Με κεντρικό σκηνικό το οικογενειακό περιβάλλον και πρωταγωνιστές ρεαλιστικούς ήρωες, ο Μάκης Τσίτας, στα βιβλία που γράφει για μικρά παιδιά (5-6 ετών), καταπιάνεται με θέματα και καταστάσεις που προβληματίζουν τις μικρές ηλικίες και τις οποίες εμείς οι μεγάλοι συχνά υποβαθμίζουμε ή ελαχιστοποιούμε. Η συντροφικότητα, η ατομική ευθύνη, παιδικές ανασφάλειες που χαρακτηρίζουν το πέρασμα από τη νηπιακή στη σχολική ηλικία, είναι οι κύριοι θεματικοί «τόποι» για το συγγραφέα. Προσηνής, ευαίσθητη και ρέουσα η γραφή του, απόλυτα προσαρμοσμένη στις δυνατότητες των μικρών αναγνωστών, εστιάζει στους παιδικούς προβληματισμούς, τους αναδεικνύει και με αφοπλιστική απλότητα τους εξουδετερώνει. Πρόκειται, ωστόσο, για μια απλότητα επιτηδευμένη. Γιατί αν σταθούν οι γονείς και διαβάσουν μαζί με τα παιδιά τους τις ιστορίες, θα ανακαλύψουν και θα ερμηνεύσουν–σε διαφορετικό πάντα επίπεδο—κρυμμένα σημεία που αφορούν και τους ίδιους.
     Το βιβλίο του Μάκη Τσίτα «Αχ αυτοί οι γονείς», ας το διαβάσουν και οι μεγάλοι γιατί τους ενδιαφέρει. Πάντα κουρασμένοι οι εργαζόμενοι γονείς, τη μια στιγμή βιάζονται να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες των παιδιών τους και την άλλη ορίζουν με αυστηρότητα τις διαχωριστικές γραμμές.
Και τα παιδιά, ανυπόμονα να χαρούν την επιθυμία τους που έγινε χειροπιαστή, σαστίζουν, ταλαντεύονται ανάμεσα στα «ναι μεν» και τα «αλλά», εμπιστεύονται τη δική τους κρίση, παραβαίνουν τους κανόνες και έπειτα ιδού η αμφισβήτηση, η ταπεινωτική τιμωρία. Κάπως έτσι συμβαίνουν τα πράγματα στο «Αχ αυτοί οι γονείς».
     Πρόκειται για το μικρό Μάρκο που μόλις απέκτησε ποδήλατο κι ενώ έχει υποσχεθεί ότι δεν θα διασχίσει μόνος του ποτέ το δρόμο για να πάει στο πάρκο, μια Κυριακή πρωί που ξυπνάει πρώτος και βαριέται αφόρητα, βγαίνει στο δρόμο με το ποδήλατό του. Οι γονείς του τον αντιλαμβάνονται, τον σταματούν, τον επιπλήττουν και τον τιμωρούν υποχρεώνοντάς τον να μείνει κλεισμένος στο δωμάτιό του. Όμως, εδώ ακριβώς ξεκινά η κυρίως ιστορία. Μια ιστορία ανατρεπτική και διασκεδαστική συνάμα, όπου οι ρόλοι παιδιού και γονιών αντιστρέφονται αναδεικνύοντας βήμα-βήμα πόσο σημαντικό είναι να μπορεί κανείς να μπαίνει στη θέση του άλλου για να κατανοήσει ότι ορισμένες υποχρεώσεις–όπως η ατομική ευθύνη, η τήρηση των κανόνων και η προσήλωση στις διαχωριστικές γραμμές–είναι πάνω απ’ όλα συνδεδεμένες με το αληθινό ενδιαφέρον, την αδιαμφισβήτητη και απέραντη οικογενειακή αγάπη.
     Την εικονογράφηση του βιβλίου υπογράφει η ταλαντούχος Ίρις Σαμαρτζή. Λεπτές, καλόγουστες και σπιρτόζικες οι γραμμές της, συνοδεύουν και συμπληρώνουν το κείμενο, άλλοτε μέσα από ολοσέλιδες, πολύχρωμες εικόνες και άλλοτε μέσα από μικρά, απαλόχρωμα πλαίσια κοντά-κοντά τοποθετημένα. Διαβάζοντας το βιβλίο, παιδιά και γονείς θα χαρούν τις εικόνες, θα ταυτιστούν με τα πρόσωπα της ιστορίας και παρακολουθώντας τις ανατροπές μέσα από την έξοχα δοσμένη αντιστροφή των ρόλων, μπορεί να δουν να προβάλει–σαν μέσα από καθρέφτη—ο ίδιος ο εαυτός τους.

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Από την Εδέμ στο Καθαρτήριο: Διαβάζοντας το νέο βιβλίο του Μιχάλη Μοδινού




(Αναδημοσίευση πό το diastixo.gr  7/12/2014)

Παρακολουθώ, χρόνια τώρα, τη συγγραφική πορεία του Μιχάλη Μοδινού, τη μετεξέλιξή του από δοκιμιογράφο οικογεωγραφικού περιεχομένου σε οξυδερκή μυθιστοριογράφο. Το λογοτεχνικό του έργο, πιστό στους παλαιότερους προβληματισμούς του για την ανάπτυξη και τις επιπτώσεις της στις κοινωνίες και το περιβάλλον, εμφορείται από κλασικά μοτίβα φυγής, όπως η απόδραση από το αστικό τοπίο, η επιστροφή στη φύση και τα πατρογονικά εδάφη. Μέσα από έναν διάλογο πολιτισμών, ιδεολογιών, αλλά και συνεχή σύνδεση με την ίδια τη λογοτεχνία, οι ήρωές του μετακινούνται διαρκώς στον γεωγραφικό χώρο, πραγματεύονται σε βάθος τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, ταλαιπωρούνται και στοχάζονται βρίσκοντας τελικά την κάθαρση στην ελπίδα για μια νέα περιπέτεια.

Το προσφιλές για τον συγγραφέα μοτίβο της φυγής επαναλαμβάνεται –αυτή τη φορά σε υπερθετικό βαθμό– και στο νέο του βιβλίο, φέροντας στο προσκήνιο με πρωταγωνιστικό ρόλο την κρίση. Τελευταία έξοδος Στυμφαλία: ηχηρός σαν σύνθημα ο τίτλος, μοιάζει ευθύς εξαρχής να προαναγγέλλει το θλιβερό τέλος του αφηγητή, στο πρόσωπο του οποίου ενσαρκώνεται η καταστροφή της χώρας. Αποφασισμένος να τερματίσει τη ζωή του, αλλά συνεχώς αναβάλλοντας, ο αφηγητής παλινδρομεί με το αυτοκίνητο τις νύχτες στην εθνική οδό Αθηνών-Κορίνθου και με κατεύθυνση την έσχατη έξοδό του, άλλοτε με οργή κι άλλοτε με παράπονο, μονολογεί. Ένας αδιάκοπος, καυστικός, αυτοσαρκαστικός, παραληρηματικός, ωστόσο χρωματισμένος με χιούμορ μονόλογος είναι το leitmotiv της αφήγησης, μια εκ βαθέων εξομολόγηση του υποψήφιου αυτόχειρα με αποδέκτη έναν φανταστικό ανώνυμο συνταξιδιώτη, έναν μποντλερικού τύπου αναγνώστη ή, καλύτερα ίσως, έναν από τους «κυρίους» του φανταστικού ακροατηρίου από το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι.

Οικονομικά κατεστραμμένος και με την οικογένειά του διαλυμένη, ο μεσήλικας αφηγητής –μηχανικός και πατέρας ενός γιου, απόφοιτου του ΕΜΠ, που δεν του μιλά τα τελευταία χρόνια– διανύει μόνος κι έρημος το όγδοο μετά Καταστροφής έτος. Επιλέγοντας να παραδοθεί «καλύτερα στα χέρια των θεών παρά των ανθρώπων», οδηγεί, ώρα μεσάνυχτα, μες στη βροχερή χειμωνιάτικη νύχτα και παραληρεί. Αφήνοντας πίσω μια Αθήνα κατεστραμμένη, περιγράφει μια ατμόσφαιρα ζοφερή και δυστοπική, ωστόσο ρεαλιστική, σαν αυτή που όλοι φοβόμαστε και απευχόμαστε.
«Γυρίζω στην πόλη αυτή που εδώ και καιρό είναι ένα άδειο κέλυφος, όπου διασταυρώνεται με κενά βλέμματα, με χαμένες υπάρξεις, με ψυχές που μοιάζουν να περιφέρονται στο Καθαρτήριο χωρίς να καταλαβαίνουν τι τις βρήκε, με απισχνασμένες κατατονικές μορφές που ψαχουλεύουν τους σκουπιδοτενεκέδες, με αλλοεθνείς που εκθέτουν τη μίζερη πραμάτεια τους σε χράμια, με επαίτες που αφηγούνται τις καταθλιπτικές ιστορίες τους και εκθέτουν τα έλκη τους στο Σύνταγμα ή στα διαρκώς αραιότερα δρομολόγια του μετρό, ανάμεσα σε καύκαλα από φαγωμένα περιστέρια, κονσερβοκούτια και περιττώματα.»

Η ατμόσφαιρα γίνεται ζοφερότερη με την εμφάνιση ομάδας Ανέγγιχτων γύρω από αναμμένους κάδους απορριμμάτων, ένστολους να φρουρούν ΑΤΜ, πρατήρια καυσίμων και σταθμούς διοδίων, ένοπλες συμμορίες να αλωνίζουν σε όλη την επικράτεια, βαγόνια του μετρό να ανατινάσσονται, αυτοκίνητα να φλέγονται και ληστές ενίοτε να συλλαμβάνονται ύστερα από ένοπλες μάχες με την πολιτοφυλακή σε επαρχιακούς δρόμους. Μια Ελλάδα σχεδόν οργουελική, κατεστραμμένη, στο έλεος επιτρόπων και της έξωθεν προερχόμενης ανθρωπιστικής βοήθειας. Ανασύροντας αναμνήσεις από τα χαλάσματα της προσωπικής του πορείας –όμοια μ' εκείνα της ισοπεδωμένης χώρας και του προ Καταστροφής ελληνικού γίγνεσθαι– «τα ωραία χρόνια», όπως τα αποκαλεί αυτοσαρκαζόμενος, ο αφηγητής αναζητεί τα αίτια της αποτυχίας στην εποχή της επίπλαστης ευημερίας, επιχειρώντας τη σύνδεση του ιδιωτικού και του δημόσιου για να αιτιολογήσει τον επερχόμενο ατομικό και συλλογικό θάνατο που μοιάζει κι αυτός με αυτοχειρία.

Κορυφαία, κατ' εμέ, στιγμή του βιβλίου, το κεφάλαιο «Αριθμοί», όπου ο τεχνοκράτης αφηγητής, πιστός στα ιστογράμματα, στις κατηγοριοποιήσεις και τα ποσοστά, παραθέτοντας σε αριθμούς τα στοιχεία του, φωτογραφίζει έμμεσα ολόκληρη σχεδόν τη δεκαετία που εμπίπτει στην ηλικιακή γενιά του. Θα είναι πολλοί οι αναγνώστες που θα ταυτιστούν μαζί του. Και ακόμα ίσως περισσότεροι εκείνοι που ασυναίσθητα θα ταυτίσουν τη μοίρα του δικού τους παιδιού μ' εκείνη του γιου του αφηγητή, του απόμακρου και εσωστρεφή απόφοιτου πανεπιστημίου, απασχολούμενου τελευταία σε περιφρουρούμενο σούπερ μάρκετ. Του εικοσιπεντάχρονου μοναχογιού, που τις ευτυχισμένες μέρες, όταν ήταν μικρός ακόμη, εξερευνούσε με τον πατέρα του τις ορεινές λίμνες ρωτώντας με την αθώα του περιέργεια «γιατί αποξηράνθηκε η λίμνη των Γιαννιτσών κι αν ζούσε ακόμη ο Παύλος Μελάς και η κυρία Δέλτα και αν υπήρχαν ακόμη κομιτατζήδες». Τι τρυφερή ανάμνηση ανάμεσα στα αλλεπάλληλα ταξίδια ενοχής και αυτομαστιγώματος, τις επικρίσεις και τα λεκτικά ξεσπάσματα, στο ποιος αλήθεια έφταιξε και στο ανεπανάληπτο «λεφτά υπάρχουν».

Άλλη κορυφαία στιγμή πατρικής στοργής το κεφάλαιο «Δευκαλίων» καταμεσής του βιβλίου. Εδώ, έχοντας σταματήσει το αυτοκίνητο να ξεκουραστεί, ο αφηγητής αποκοιμιέται βιώνοντας έναν απίστευτο εφιάλτη συμπλοκής και καταδίωξης από Αγρίους, μια συγκλονιστική περιγραφή βγαλμένη λες από το Δρόμο του Κόρμακ Μακάρθι, όπου ο πατέρας πολεμά υπεράνθρωπα για να προστατεύσει τον γιο του, ό,τι πιο πολύτιμο κι αγαπητό επί της γης.

Τα κεφάλαια όμως τρέχουν προς τα εμπρός ενώ ο τίτλος, το αίνιγμα της τελικής εξόδου και των τυχόν συμβολισμών της Στυμφαλίας, επιμένει παραπλανητικός έως τις τελευταίες σελίδες, έως το προτελευταίο από τα σαράντα δύο πολυκύμαντα κεφάλαια, δομημένα με οικονομία προς όφελος του αναγνώστη. Τα διάβασα μια και καλή μέσα σε λίγες ώρες, όσες περίπου κρατά η χρονική διάρκεια της αφήγησης, ξεκινώντας μεσάνυχτα με βροχή και τερματίζοντας με μια απρόσμενη ανατροπή την ώρα που χαράζει η καινούργια μέρα. Εκεί, ο τίτλος ξεδιπλώνει τις πτυχές του και μέσω της κάθαρσης αποκαλύπτεται. Μια κάθαρση, όμως, που προϋποθέτει ωριμότητα και γνώση και την οποία θα εισπράξει εις διπλούν εκείνος που είχε την τύχη να μεγαλώσει κάποτε παιδί.

Το βιβλίο, όσο κι αν κινείται στ' αχνάρια του φαντασιακού, ως αφήγημα ξεπερνά τον ρεαλισμό. Το χρονικό που οδήγησε στην καταστροφή της χώρας υπενθυμίζεται σε κάθε ευκαιρία όχι απαραίτητα μέσα από εμπεριστατωμένα γεγονότα και λεπτομέρειες, αλλά μέσα από ένα δριμύ κατηγορώ, μια απροκάλυπτα καυστική λογοτεχνική ανακατασκευή, η οποία παραπέμπει σε αυθεντικές καταστάσεις και φωτογραφίζει υπαρκτά πρόσωπα και ομάδες. Ως μυθιστόρημα και χρονικό της κρίσης, πολλοί, φαντάζομαι, θα το επικροτήσουν. Ως πολιτικό μήνυμα, θα υπάρξουν ενδεχομένως κι εκείνοι που θα το νιώσουν ωσάν γροθιά στο στομάχι και θα το μισήσουν. Έχω όμως την αίσθηση, χωρίς να ξέρω ακριβώς γιατί, πως θα το απολαμβάνει αυτό το ενδεχόμενο μίσος τους ο συγγραφέας.


Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Τζέφρυ Τσώσερ: Ιστορίες του Κάντερμπέρυ


Για πρώτη φορά ολοκληρωμένο σε ελληνική μετάφραση 
το ποιητικό έργο που εξύψωσε τη δημώδη γλώσσα της μεσσαιωνικής Αγγλίας και έθεσε το θεμέλιο λίθο για την άνθιση της αγγλικής λογοτεχνίας 
Μετ.-Εισαγωγή:  Δημοσθένης Κορδοπάτης
Εκδόσεις Μελάνι, 2014, 479 σελ.

  Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο "The Books' Journal", Ιούλιος 2014, τεύχος 45.  Ευχαριστούμε τον κ. Ηλία Κανέλλη για τη δημοσίευσή του.

 ----------

Λίγο πριν τον Τσώσερ και τις Ιστορίες του Κάντερμπέρυ, υπήρχαν κάποιες άλλες, τις οποίες είχαν διηγηθεί τρείς νέοι λόρδοι και επτά νεαρές κυρίες κατά την απομόνωσή τους σε εξοχική βίλλα της Φλωρεντίας προκειμένου να μην εκτεθούν  στην απειλή του Μαύρου Θανάτου, που μάστιζε τις πόλεις της Ιταλίας στα μέσα του 14ου αιώνα.  Πρόκειται βέβαια για το έργο του Βοκάκιου, το Δεκαήμερο (1353), γραμμένο όχι στη γλώσσα των λογίων, στη λατινική, αλλά σ’ εκείνη των απλών ανθρώπων, στην καθομιλουμένη.    Ο γλωσσομαθής και πολυταξιδεμένος Τζέφρυ Τσώσερ (1343-1400), σε μια διπλωματική αποστολή του στην Ιταλία το 1372 ως εκπρόσωπος της Αγγλικής αυλής,  μελέτησε τα έργα των σπουδαίων Ιταλών της εποχής του (Δάντη, Βοκάκιου, Πετράρχη) και επηρεάστηκε τόσο βαθιά κυρίως από το Δεκαήμερο, ώστε να αφιερώσει την υπόλοιπη ζωή του στη σύλληψη και συγγραφή ενός εκτενούς ποιητικού έργου με εργαλείο την γλώσσα που μιλούσε και καταλάβαινε ο αγγλικός λαός της εποχής του, γνωστή ως μεσαία αγγλική (Middle English).  Αργότερα, τον 16ο αιώνα και με βάση τη γλώσσα που εκείνος καθιέρωσε με το έργο του, η λογοτεχνία στην Αγγλία έμελλε να ανθίσει και να φτάσει στην υπέρτατη τελειότητά της με τα έργα στου Σαίξπηρ. 
Τσώσερ:  Πορτραίτο 17ου αιώνα (http://en.wikipedia.org/wiki/Geoffrey_Chaucer)
 Πέρα από το υψηλό λογοτεχνικό πρότυπο, οι Ιστορίες του Κάντερμπέρυ, αποτελούν μια ιστορική και κοινωνική εισαγωγή στη ζωή και τα ήθη των τελευταίων χρόνων του Αγγλικού Μεσαίωνα.  Περί τα τέλη του 14ου αιώνα, ήταν σχεδόν ακατόρθωτο για έναν αστό να μετακινηθεί ταξικά και να γνωρίσει το περιβάλλον της αριστοκρατίας.  Ο Τσώσερ το κατάφερε.  Γιος ευκατάστατου εμπόρου κρασιών, υπηρέτησε σε νεαρή ηλικία το γιο του βασιλιά Εδουάρδου του ΙΙΙ, έλαβε μέρος σε δύο εκστρατείες κατά των Γάλλων, γνωρίστηκε με το ίδιο τον βασιλιά και αργότερα, ως διπλωμάτης, ήταν σε θέση να έρθει σε επαφή με όλες τις κοινωνικές τάξεις και να γίνει απ’ όλες αποδεκτός.  Το  προικισμένο μυαλό του δεν άφησε ούτε μία ευκαιρία να πάει χαμένη μεταγγίζοντας τις γνώσεις και τις εμπειρίες του στο λογοτεχνικό του έργο, το οποίο ακόμη και σήμερα προσφέρει απόλαυση στο σύγχρονο αναγνώστη.  

Έχοντας χρησιμοποιήσει ιδέες και στοιχεία από το έργο του Βοκάκιου, ελάχιστα τότε γνωστού στους Άγγλους, οι οποίοι την εποχή εκείνη διήνυαν τον Εκατονταετή τους Πόλεμο με τους Γάλλους, ο Τσώσερ επινόησε το τέχνασμα ενός μακρινού ομαδικού οδοιπορικού από το Σάουθγουερκ προς τον καθεδρικό ναό του Κάντερμπέρυ με σκοπό το προσκύνημα του ιερού λειψάνου του προστάτη της Αγγλικανικής εκκλησίας Τόμας Μπέκετ.  Η επινόηση του οδοιπορικού, επέτρεψε στον Τσώσερ να συγκεντρώσει μια  ποικιλόμορφη ομάδα αφηγητών, εκπροσώπων ενός ευρέος κοινωνικού και οικονομικού φάσματος, διαφόρων τάξεων και επαγγελμάτων, από τον ευγενικό και διακεκριμένο Ιππότη και την ευσεβή Ηγουμένη, μέχρι την πληθωρική Κυρά του Μπαθ, το χυδαίο Μυλωνά και τον φαύλο Πωλητή Συγχωροχαρτίων.   
Ο Τσώσερ προσκυνητής:  Από το χειρόγραφο Ellesmere, Huntington Library,
San Marino, California.  (http://en.wikipedia.org/wiki/The_Canterbury_Tales)

Σε ένα πανδοχείο κοντά στο Λονδίνο, ο αφηγητής Τσώσερ προσχωρεί στην παρέα είκοσι εννέα προσκυνητών καθ’ οδόν προς το Κάντερμπέρυ.  Οι ιδιότητές τους καταγράφονται λεπτομερώς στον πρόλογο του έργου προετοιμάζοντας το έδαφος για τις ιστορίες που θα αφηγηθούν ένας-ένας ξεχωριστά.  Ο Ιππότης και ο Ακόλουθός του, ο Μυλωνάς, ο Επιστάτης, ο Μάγειρας, ο Δικηγόρος, ο Πλοίαρχος, η Ηγουμένη, ο ίδιος ο Τσώσερ, ο Καλόγερος, ο Δόκτωρ της Ιατρικής, ο Πωλητής Συγχωροχαρτίων, η Κυρά από το Μπαθ, ο Μοναχός, ο Κλητήρας του Ιεροδικείου, ο Σπουδαστής, ο Έμπορος, ο Κτηματίας, η δεύτερη Μοναχή, ο Υπηρέτης του Παπά, ο Διαχειριστής και ο Πάστορας.  Η ιδέα της αφήγησης των ιστοριών ανήκει στον Φιλοξενητή πανδοχέα σύμφωνα με τον πρόλογο:

«Κυρίες και κύριοι», άρχισε ο Φιλοξενητής, «ιδού τι σκέφτηκα και σας παρακαλώ να μην το καταφρονήσετε.  Καθένας από εσάς για να κάνει να φανεί ο δρόμος μικρότερος, θα πει δύο ιστορίες στο ταξίδι—εννοώ, δύο στο δρόμο για το Καντέρμπερυ και δύο άλλες στην επιστροφή-- ιστορίες του παλιού καιρού.  Όποιος πει την ιστορία του καλύτερα, δηλαδή όποιος πλέξει τον πιο εποικοδομητικό και ευχάριστο μύθο, θα απολαύσει ένα δείπνο με έξοδα των υπολοίπων από εμάς, εδώ σε τούτο το πανδοχείο, όταν θα έχουμε γυρίσει απ’ το Καντέρμπερυ.  Και για να το κάνω πιο διασκεδαστικό για σας, θα πορευτώ ευχαρίστως και ο ίδιος μαζί σας, με δικά μου έξοδα, και θα γίνω ο οδηγός σας.  Θα είμαι επίσης ο κριτής».  

Οι προσκυνητές συμφωνούν, γίνεται κλήρωση και ο κλήρος πέφτει στον Ιππότη να ξεκινήσει με τη δική του ιστορία.  Το αρχικό σχέδιο του Τσώσερ ήταν για κάθε ένα από τους χαρακτήρες του να αφηγηθεί τέσσερεις ιστορίες.  Δηλαδή, 120 συνολικά, υπερβαίνοντας τις 100 που διηγούνται οι χαρακτήρες του Βοκάκιου στο «Δεκαήμερο».  Εν τούτοις, το βιβλίο τελειώνει με την αφήγηση είκοσι τεσσάρων μόνο ιστοριών ενώ η ομάδα των προσκυνητών βρίσκεται ακόμη καθ’ οδόν προς το Κάντερμπέρυ.  Προφανώς, δεν είχε το χρόνο να φτάσει ως το τέλος και βρισκόμενος, ίσως, στο κατώφλι του θανάτου (απεβίωσε το 1400 από άγνωστες αιτίες) τερμάτισε το έργο βιαστικά, με έναν εξαιρετικά σύντομο αποχαιρετισμό, μέσα από τον οποίο ικετεύει όσους διάβασαν «τη μικρή πραγματεία του» να προσευχηθούν για εκείνον ώστε να συγχωρεθούν τα παραπτώματά του, μεταξύ των οποίων οι μεταφράσεις του και άλλα πονήματα περί εγκόσμιων ματαιοτήτων, τις οποίες και αποκηρύσσει.  Το βιβλίο του δημοσιεύτηκε το 1470 και γνώρισε μεγάλη αποδοχή.   Σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, ο Τσώσερ ανακηρύχτηκε πατέρας του Αγγλικού λογοτεχνικού κανόνα.  

Όπως τα έργα του Σαίξπηρ, έτσι και οι Ιστορίες του Κάντερμπέρυ δίνουν την εντύπωση ότι ο συγγραφέας παραμένει σε απόσταση από το δημιούργημά του.  Ο προσκυνητής Τσώσερ, ο οποίος συμμετέχει στο καστ των χαρακτήρων, είναι εν μέρει μια παρωδία του Δάντη της Θείας Κωμωδίας και εν μέρει ο αφηγητής της Ιστορίας της Σκάφης ή ο πρόδρομος, αν θέλετε, του Γκιούλιβερ του Τζόναθαν Σουίφτ.    Ως μέλος της παρέας των προσκυνητών, ο Τσώσερ διακηρύσσει στον πρόλογο την εκτίμησή του προς όλους του αφηγητές, ακόμη και τους πιο σκανδαλώδεις, όπως η «αξιόλογη» Κυρά του Μπαθ, η οποία αργότερα εκπλήσσει με την πληθωρική ερωτική ζωτικότητά της, ο «άξιος σεβασμού» εκκλησιαστικός εκπρόσωπος Συγχωρητής, τουτέστιν ένας τσαρλατάνος πωλητής κίβδηλων θρησκευτικών λειψάνων και συχωροχαρτίων εις άφεσιν αμαρτιών.  Η γελοιοποίηση της φαυλότητας και της υποκρισίας του 14ου αιώνα χρειάζεται ειδικούς χειρισμούς και ψυχραιμία.  Χρειάζεται ένα όπλο σαν και αυτό που ξέρει να χειρίζεται ο Τσώσερ.  Το λεπτεπίλεπτο μαχαίρι της ειρωνείας. 
 
Ο Δημοσθένης Κορδοπάτης, μεταφραστής του δύσκολου αυτού έργου, βρίσκεται στην καλύτερή του φόρμα αποδίδοντας σε ατμοσφαιρικό πεζό λόγο το μεγαλείο των Τσωσερικών χαρακτήρων και των σκανδαλιστικών για την εποχή εκείνη  ευφυολογημάτων τους.  Απόλαυση ανάγνωσης είναι η Ιστορία της Κυράς του Μπαθ, «που γνώριζε όλα τα γιατρικά του έρωτα γιατί σε αυτά τα κόλπα ήταν παλιά καραβάνα» και η οποία έχει «πάρει πέντε άντρες στην πόρτα της εκκλησίας».  Αλλά και η ιστορία του Συγχωρητή--του Πωλητή Συγχωροχαρτίων κατά τον Δημοσθένη Κορδοπάτη-- ο οποίος «πίστευε ότι ίππευε με την τελευταία λέξη της μόδας», τραγουδούσε εύθυμα «έλα εδώ, αγάπη μου, έλα λοιπόν σ’ εμένα» και υπερηφανευόταν για τα διανθισμένα με ψέματα κηρύγματά του.     

Έχοντας διαβάσει τον Τσώσερ εδώ και πολλά χρόνια στο πρωτότυπο, αλλά και στην καταπληκτική μετάφραση του David Wright σε σύγχρονο προζαϊκό λόγο,  μπορώ να αποφανθώ με βεβαιότητα ότι αν και στην πρώτη περίπτωση η ομορφιά της ποίησης, της ομοιοκαταληξίας, υπερβαίνει τις ίδιες τις ιστορίες, η απόλαυση της ανάγνωσης ήταν μεγαλύτερη στη μεταφρασμένη εκδοχή του έργου.    Μπορεί το πρωτότυπο να είναι ταυτόχρονα όμορφο και διασκεδαστικό αν κάποιος έχει την υπομονή να σταθεί και να το μελετήσει επιμελώς στίχο προς στίχο, ωστόσο, είναι πυκνό πολύ και δυσανάγνωστο.   Η μεταφορά των Ιστοριών του Κάντερμπέρυ από το Δημοσθένη Κορδοπάτη σε πεζό λόγο (δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς άλλωστε)  και η εμπεριστατωμένη εισαγωγή του, δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από εκείνη του David Wright.  Είναι το ίδιο απολαυστική.    Όσο για τη σάτιρα, την ειρωνεία, το χιούμορ και τη σκωπτική διάθεση δεν χάνονται στη μετάφραση.   Απεναντίας.  Διασώζονται και αναδεικνύονται μεταφέροντας ανάγλυφα στην ελληνική γλώσσα την ατμόσφαιρα της Αγγλίας του 14ου αιώνα.   Όσοι δεν έτυχε να διαβάσουν τις ιστορίες του Κάντερμπέρυ είναι ευκαιρία να το κάνουν τώρα.  Αξίζει τον κόπο. 



Γ. Γ. 

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Όταν ο Πούλμαν αφηγείται Γκριμ



Φίλιπ Πούλμαν, Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ
Μετ. Κώστια Κωντολέων, Ψυχογιός 2013
490 σελίδες


          Κάποτε τα παραμύθια, με τη γοητεία των υπερβολών τους,  την αγνότητα, τη σκληρότητα, τα διδάγματα, αλλά και το σαγηνευτικό μαγικό τους κόσμο, ψυχαγωγούσαν παιδιά και ενήλικες συνάμα.  Παρείχαν κατά κάποιον τρόπο—όπως είχε επανειλημμένα διατυπωθεί από τον Τζων Άπνταϊκ—ένα είδος διασκέδασης (όχι απαραίτητα κατάλληλη για ανηλίκους) σαν αυτή που στους δικούς μας τους καιρούς παρέχει η τηλεόραση.  Οι παραδοσιακοί αφηγητές, κοινώς παραμυθάδες, με ένα πλούσιο ρεπερτόριο αποθηκευμένο στη μνήμη τους, παρείχαν στο κοινό τους, ανάλογα με την περίσταση, ό,τι ποθούσε η καρδιά ν’ ακούσει, από ιστορίες πλαισιωμένες με στοιχεία τολμηρού ερωτισμού μέχρι απίστευτες υπερβολές, συγκινήσεις και αγριότητες.  Για τους ακροατές, που κάθονταν γύρω από την οικογενειακή εστία και παρακολουθούσαν μαγεμένοι, η Κοκκινοσκουφίτσα δεν ήταν βέβαια το αθώο κοριτσάκι που παρέκλινε από το μονοπάτι του δάσους, όπως προέκυψε αργότερα—κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα—όταν τα παραμύθια σταδιακά μετανάστευσαν από το χώρο της εστίας στο παιδικό υπνοδωμάτιο και σιγά-σιγά προσαρμόστηκαν ανάλογα με τις ανάγκες και τις ευαισθησίες της παιδικής ηλικίας. 
  
          Συλλέκτες παραμυθιών της προφορικής παράδοσης οι αδελφοί Γκριμ, εργάστηκαν με αφοσίωση για τη συλλογή και διάσωσή τους ενώ ο ένας εκ των αδελφών, ο Βίλχελμ Καρλ, ανέλαβε με λογοτεχνική δεινότητα να τα προσαρμόσει και να τα καταγράψει.  Αυτά τα παραμύθια,  γνωστά ως "Kinder - und Hausmärchen" ("Παιδικά και Οικογενειακά Παραμύθια"), 211 στο σύνολό τους, έκαναν την εμφάνισή τους διαδοχικά μέσα από επτά εκδόσεις ανάμεσα στο 1812 και 1857.   Ακριβώς δύο αιώνες μετά την πρώτη έκδοση, το 2012, η Penguin Classics κυκλοφορεί την πολυσέλιδη, μη εικονογραφημένη έκδοση με τίτλο «Ιστορίες των Γκριμ για μικρούς και μεγάλους», με την υπογραφή του Φίλιπ Πούλμαν, του συγγραφέα που πάνω στην αλλαγή της χιλιετηρίδας ξεχώρισε και έλαμψε με το αριστουργηματικό του έργο «Η Τριλογία του Κόσμου» (Ψυχογιός, 1998-2002, μετ. Κ. Κοντολέων) .

           Και εδώ προκύπτει το εξής ερώτημα:  Τι μπορεί να επιζητά ένας κορυφαίος στο είδος του συγγραφέας επιλέγοντας να ξαναγράψει 50 παραμύθια των Γκριμ τη στιγμή μάλιστα που υπάρχουν άψογες μεταφράσεις/διασκευές είτε από τον Ralph Manheim είτε από τον Jack Zipes, είτε  από άλλους γνωστούς και λιγότερο γνωστούς μεταφραστές και συγγραφείς;   Ίσως, μία ακόμη εμπορική επιτυχία.  Ίσως.  Γιατί να μην είναι όμως το αστείρευτο μεράκι του συγγραφέα να διεισδύσει στις πηγές των Γκριμ, να ερευνήσει, να ξαναδεί σε βάθος ένα-ένα τα παραμύθια και με εργαλείο την αγγλική γλώσσα και τη δική του αφηγηματική φωνή να τα φωτίσει και να τα αναδείξει;  Άλλωστε, η πυξίδα  που καθοδηγεί την ανα-διήγησή του, όπως ο ίδιος αναφέρει στην εισαγωγή του, είναι η περιέργεια να ανακαλύψει με ποιον τρόπον λειτούργησαν οι μύθοι ως ιστορίες.  Με ποιον τρόπο, δηλαδή, θα έλεγε ο ίδιος τις ιστορίες αν τις είχε ακούσει από κάποιον άλλον και ήθελε να τις μεταφέρει.  Μέλημά του, δεδηλωμένα, δεν είναι η τοποθέτησή τους σε περιβάλλον μοντέρνο ή η δημιουργία  προσωπικών ερμηνειών και συνθέσεων με βάση τις αυθεντικές, αλλά η δημιουργία εκδοχών που να είναι απόλυτα κατανοητές.  Επικεντρώνεται, λοιπόν, στις καλύτερες κατά τη γνώμη του ιστορίες—πενήντα σε αριθμό-- και «απαλείφοντας οτιδήποτε θα μπορούσε να τις εμποδίσει να ρέουν απρόσκοπτα» τις αφήνει να εξελιχθούν μέσα από τη δική του αφηγηματική φωνή παραθέτοντας στο τέλος, για κάθε ιστορία ξεχωριστά,  σημειώσεις μέσα από τις οποίες αναδύονται οι πηγές του και οι τυχόν άλλες εκδοχές.  Το αποτέλεσμα;  Παρά τις μικρές, ανεπαίσθητες δομικές επεμβάσεις με τις οποίες ενίοτε εκπλήσσει, ο Πούλμαν παραμένει σε μεγάλο βαθμό πιστός στα "Kinder - und Hausmärchen".  

          Αδιαφορώντας για τις υπάρχουσες φροϋδικές, μαρξιστικές ή φεμινιστικές προσεγγίσεις των παραμυθιών των Γκριμ, ο Πούλμαν αποζητά ότι και ο Αμερικανός ποιητής Τζέημς Μέρριλλ στο μακροσκελές ποίημά του «The Changing Light at Sandover» (1982):  Τις «απλές μα βαθυστόχαστες ιστορίες, τις κρυμμένες στα παλιά λαϊκά παραμύθια», τις αναλλοίωτες και τις απαλλαγμένες από σκόπιμες πολιτικές, θρησκευτικές ή και σεμνότυφες επικαλύψεις.  «Αχ, θέλω να μάθω τι σημαίνει ανατριχίλα αλλά κανείς δεν μπορεί να μου το μάθει» επαναλαμβάνει ο κεντρικός ήρωας στο «Αγόρι που έφυγε από το σπίτι του για να μάθει τι σημαίνει ανατριχίλα».  Σ’ αυτήν τη θαυμάσια ειπωμένη ιστορία, το παιδί που αφήνει το χωριό του για να αναζητήσει τον φόβο δεν θα τον αισθανθεί ούτε μια φορά όσο κι αν έρθει αντιμέτωπο με τις πιο τρομακτικές εμπειρίες.  Το αποτέλεσμα;  Στα πλαίσια της αναζήτησής του, απαλλάσσει τον τόπο από κάθε είδους φαντάσματα, μάγους, θηρία και ληστές, κερδίζει θησαυρούς, παντρεύεται  την κόρη του βασιλιά, παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί ν’ αποζητά να μάθει τι σημαίνει ανατριχίλα.  Τελικά, μέσα από ένα φινάλε απρόσμενο και χιουμοριστικά δοσμένο, ο ήρωας επιτέλους θα φτάσει στην αναζήτησή του όταν η γυναίκα του αδειάσει πάνω στο σώμα του, την ώρα που κοιμάται, έναν ολόκληρο κουβά νερό και ζωντανά ψαράκια.  «Οχ!  Τι είναι αυτό που νοιώθω;  Να είναι αυτό που το λένε ανατριχίλα;  Ναι, αυτό είναι!  Λατρεμένη μου, αγαπημένη μου γυναίκα!  Κατάφερες αυτό που κανείς άλλος δεν μπόρεσε να καταφέρει.  Έμαθα πια τι σημαίνει ανατριχίλα!»   Αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή για κάθε είδους ερμηνεία, ο Πούλμαν φαίνεται ν’ απολαμβάνει μέσα από τη δική του αφήγησή τον τρόπο με τον οποίο οι Γκριμ απέδωσαν την ιστορία επιλέγοντας να την παραδώσει ατόφια αφήνοντάς τη--με κινητήρια δύναμη την αγγλική γλώσσα-- να κυλίσει αβίαστα και ελεύθερα όπως κυλάει το νερό στο αυλάκι.  

           Ανάμεσα στα πενήντα παραμύθια που αφηγείται ο Πούλμαν συγκαταλέγονται και τα πολύ γνωστά και αγαπημένα.  Η Χιονάτη, η Κοκκινοσκουφίτσα, η Σταχτοπούτα, οι μουζικάντηδες της Βέρμης, Χάνσελ και Γκρέτελ, το Αγριοκυπαρίσσσι, η Ραπουνζέλ, ο βασιλιάς βάτραχος, Γιορίντα και Γιορίνγκελ για να ονομάσουμε μόνο μερικά.  Εκείνοι που έχουν διαβάσει την Τριλογία του Κόσμου, ένα έργο που αντλεί το πρωτόλειο υλικό του από τιτάνες της Αγγλικής λογοτεχνίας, τον Μίλτον, τον Μπλέηκ, τον Κητς και όχι μόνον, ίσως είναι διστακτικοί έχοντας κατά νου ότι ο συγγραφέας μπορεί—παρασυρόμενος-- να κάνει το πέρασμα της Κοκκινοσκουφίτσας από το δάσος τόσο μεγάλο σε διάρκεια όσο το πέρασμα της κεντρικής του ηρωίδας, της Λύρας Μπελάκουα, από το ένα στο άλλο σύμπαν.  Δεν πρόκειται όμως περί αυτού.  Ο Πούλμαν ξέρει πολύ καλά τι κάνει και η αφήγησή του γίνεται με συναρπαστική ταχύτητα, η οποία στην περίπτωση των μύθων θεωρείται αρετή.  Σχήματα λόγου και καλολογικά στοιχεία, όπως ο ίδιος ο Πούλμαν εκτενώς αναφέρει στην εισαγωγή του, δεν υπάρχουν εκτός από τα προφανή.  «Λευκό σαν το χιόνι, κόκκινο σαν το αίμα κι αυτό είναι όλο…Όταν αυτό που θέλεις να μάθεις είναι τι συμβαίνει στη συνέχεια, τα καλολογικά στοιχεία το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να εκνευρίσουν».  

          Στα χέρια μου κρατώ την ελληνική έκδοση του Φίλιπ Πούλμαν με τίτλο «Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ»  (Ψυχογιός, 2013).  Τον πρόλογό της υπογράφει η συγγραφέας και βιβλιοκριτικός Μαρίζα Ντεκάστρο και τη μετάφραση η συγγραφέας Κώστια Κωντολέων, γνωστή για την αριστουργηματική της απόδοση της «Τριλογίας του Κόσμου» αλλά και των σημαντικότερων έργων του Πούλμαν στην ελληνική γλώσσα.  Λιτή και επί της ουσίας η Ντεκάστρο, σχολιάζει το Πουλμανικό εγχείρημα μέσα από μια τετρασέλιδη εμπεριστατωμένη παρουσίαση-κριτική προετοιμάζοντας το έδαφος για την ανάγνωση του βιβλίου.  Η Κοντολέων, πιστή  όπως πάντα στην απόδοση του ύφους του συγγραφέα, απόλυτα συγχρονισμένη με τον αφηγηματικό ρυθμό τόσο των παραμυθιών όσο και του εισαγωγικού κειμένου και των σχολίων,  μεταφέρει ανάγλυφα στην ελληνική γλώσσα ένα έργο κλασσικό, απόλαυση για τους παραμυθόφιλους—μικρούς και μεγάλους—και πολύτιμο εργαλείο στα χέρια εκπαιδευτικών αλλά και μελετητών των παραμυθιών και των λαογραφικών παραδόσεων. 

Γ.Γ.
 
 
 
 

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

ιστοριούλα για μικρά παιδάκια με φόντο μία ζωγραφιά






 Κουβέντες του άνεμου και του δέντρου

Ήτανε κάποτε ένα μικρούλικο δεντράκι.
Σ’ άσπρο χαρτί ζωγραφισμένο
--με λέξεις και με χρώματα ντυμένο--
παιδιά προσμένοντας να συναντήσει
το μυστικό του να τους τραγουδήσει.

Φυσάει ο άνεμος, κοντά του πάει
«πες το σ’ εμένα» παρακαλάει.
«Κι εγώ το μυστικό σου θα το μεταφέρω
--όπως μπορώ και όπως ξέρω—
στα παιδιά όλου του κόσμου!»

«Αχ!» κάνει το δέντρο και σκιρτάει.
«Είμαι τρελά ερωτευμένο
μ’ ένα βιβλίο το καημένο.
Κοντά του για πάντα θέλω να πάω
και όσο ζω να τ’ αγαπάω!»

«Τι;» λέει ο άνεμος με απορία.
«Μα δεν ξανάγινε στην ιστορία
δέντρα να ερωτεύονται βιβλία…
Έλα, για πες μου τ’ όνομά σου
τι δέντρο είσαι, πως τη λένε τη μαμά σου;»

«Δεν με βαφτίσανε κι ας είμαι φίνο»
παραπονιάρικα του λέει εκείνο.
«Ζωγράφος είναι η μαμά μου
παραμύθι η γενιά μου.
Δεν είμαι ελιά, πορτοκαλιά,
Ούτε ανθισμένη αμυγδαλιά.
Πεύκο δεν είμαι.  Ούτε κυπαρίσσι.
Είμαι το δέντρο της Διατσέντας της Παρίση»!
 

Γ.Γ.

Διατσέντα Παρίση
Χωρίς τίτλο
Ακουαρέλα
2013


Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Libri et cetera: Μάγοι και θαύματα

Libri et cetera: Μάγοι και θαύματα: Η μαγευτικότερη ίσως χριστουγεννιάτικη ιστορία   είναι εκείνη του Τέταρτου Μάγου, το αριστούργημα του Αμερικανού Χένρυ Βαν Ντάικ (185...